πλησιάζω

πλησιάζω 1. приближать что, подводить; 2. неперех. приблизиться, быть близким к кому, с кем (τινί)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πλησιάζω" в других словарях:

  • πλησιάζω — πλησιάζω, πλησίασα βλ. πίν. 35 Σημειώσεις: πλησιάζω : απαντάται (σπάνια) ο ενεστώτας της παθητικής φωνής πλησιάζομαι (με την έννοια → προσεγγίζομαι) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πλησιάζω — bring near pres subj act 1st sg πλησιάζω bring near pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάζω — ΝΜΑ και δωρ. τ. πλατιάζω [πλησίος] 1. φέρνω κάτι κοντά σε κάτι άλλο, προσεγγίζω («πλησιάζω το χέρι μου στη φωτιά») 2. έρχομαι κοντά, σιμώνω, ζυγώνω 3. είμαι, βρίσκομαι κοντά 4. συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι (α. «αυτός δεν πλησιάζει γυναίκα» β. «τῇ …   Dictionary of Greek

  • πλησιάζω — [плисиазо] р. (αμτβ.) приближаться, придвигаться, подходить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πλησιάζω — πλησίασα 1. μτβ., φέρνω κοντά κάτι: Μην πλησιάζεις το αναμμένο τσιγάρο στη βενζίνη. 2. έρχομαι κοντά σε κάτι, ζυγώνω, σιμώνω: Τον πλησίασα με τρόπο και του μίλησα. 3. μτφ., συναναστρέφομαι, σχετίζομαι: Μπορεί και πλησιάζει υψηλά πρόσωπα. 4. αμτβ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλησιάζετον — πλησιάζω bring near pres imperat act 2nd dual πλησιάζω bring near pres ind act 3rd dual πλησιάζω bring near pres ind act 2nd dual πλησιάζω bring near imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάζετε — πλησιάζω bring near pres imperat act 2nd pl πλησιάζω bring near pres ind act 2nd pl πλησιάζω bring near imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάζῃ — πλησιάζω bring near pres subj mp 2nd sg πλησιάζω bring near pres ind mp 2nd sg πλησιάζω bring near pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάσουσι — πλησιάζω bring near aor subj act 3rd pl (epic) πλησιάζω bring near fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πλησιάζω bring near fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάσουσιν — πλησιάζω bring near aor subj act 3rd pl (epic) πλησιάζω bring near fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πλησιάζω bring near fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλησιάσω — πλησιάζω bring near aor subj act 1st sg πλησιάζω bring near fut ind act 1st sg πλησιάζω bring near aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.